Vient de paraître dans la Revue Hellénique (Grecque) de Droit du Travail : mon article sur les rapports entre droit constitutionnel, droit international et droit européen : EXTRAITS…

[Traduction française en fin d’article]

EΠIΘEΩPHΣIΣ EPΓATIKOY ΔIKAIOY, Tόμος 74ος, Τεύχος 6, Έτος 2015 (655-668)

 

Συνταγματικό δίκαιο, διεθνές δίκαιο και ευρωπαϊκό δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου: Ανταγωνισμός, σύγχυση, συμπληρωματικότητα

Jean-François Akandji-Kombé, Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης – Université Paris 1 Panthéon-Sorbonne.

 

Εισαγωγή

Όταν προσεγγίζουμε το υπό εξέταση θέμα δεν βαδίζουμε σε άγνωστα μονοπάτια. Η σχέση του εθνικού και ιδιαίτερα του συνταγματικού δικαίου, από τη μία, με το διεθνές και ειδικότερα με το ευρωπαϊκό δίκαιο, από την άλλη, αποτελεί αντικείμενο διαρκούς διερεύνησης τόσο από τη διεθνή όσο και από την εθνική νομική επιστήμη. Το γεγονός αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, γιατί προορισμός του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου είναι η εφαρμογή τους. Για να θέσουμε μάλιστα το ζήτημα έτσι όπως το έθεσε, σε σχέση με μία από τις πηγές του διεθνούς δικαίου, ένας από τους κορυφαίους δασκάλους της γαλλικής σχολής διεθνούς δικαίου, ο Paul Reuter, «οι διεθνείς συνθήκες συν-

άπτονται για να υλοποιούνται και η υλοποίησή τους, ιδιαίτερα όταν θεσπίζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις για ιδιώτες, απαιτεί την εφαρμογή τους από τα εθνικά δικαστήρια». Πρόκειται για μια θεμελιώδη αλήθεια που παραβλέπουν οι διαμορφωτές των νομικών θεωριών στο πλαίσιο της διαμάχης για την κατάληψη της (πνευματικής) εξουσίας, και αυτό γιατί ως επιστημονικό στόχο έχουν να δημιουργήσουν το εθνικό και το διεθνές δίκαιο ως ενιαίες οντότητες, ερμητικά κλειστές η μία από την άλλη. Όμως η νομική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική, γιατί στο πλαίσιο της σύγχρονης μορφής που έχει το δίκαιο παγκοσμίως, το διεθνές ή το ευρωπαϊκό δίκαιο μπορούν να εφαρμοστούν πλήρως μόνο στην επικράτεια του κυρίαρχου Κράτους. Οι εν λόγω κλάδοι προορίζονται, με άλλα λόγια, να εφαρμοστούν στις εσωτερικές έννομες τάξεις κατά τέτοιον τρόπο, ώστε οι πηγές τους να έχουν την τάση να συναντηθούν με το εθνικό δίκαιο ή ακόμη και να εξισωθούν με αυτό. Το ίδιο ισχύει και για τα διεθνή και τα ευρωπαϊκά κείμενα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, καθώς και για τα κείμενα του διεθνούς και τουευρωπαϊκού κοινωνικού δικαίου.

Σε σχέση με τα παραπάνω κείμενα θα πρέπει να γίνουν οι τρεις ακόλουθες εισαγωγικές παρατηρήσεις, που ως στόχο έχουν να προαγάγουν την εφαρμογή τους: Π ρ ώ τ ο ν, το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο συνθέτουν, στο πλαίσιο των δύο οργανισμών που διαμορφώνουν τους κανόνες τους, ένα δίκτυο κειμένων που είναι τόσο σύνθετο και δαιδαλώδες, ώστε να θεωρούμε ότι συνιστά περισσότερους από έναν αυτοτελείς κλάδους του δικαίου. Αυτό το δίκτυο κανόνων παραμένει εξαιρετικά πυκνό ακόμη και αν περιοριστούμε μόνο στα κείμενα που δεσμεύουν τη Γαλλία επειδή τα έχει επικυρώσει ή επειδή μετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα κυριότερα από τα κείμενα αυτά είναι, κατά σειρά σπουδαιότητας, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χ.Θ.Δ.Ε.Ε.), η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης (Ε.Κ.Χ.), που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, και, τέλος, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), από τη μία, και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Ο.Κ.Μ.Δ.), από την άλλη, που υιοθετήθηκαν από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε.).

Τα κείμενα αυτά, στα οποία και ουσιαστικά θα επικεντρωθούμε, αναφέρονται σε δικαιώματα που χωρίζονται παραδοσιακά σε δύο κατηγορίες: στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αφενός, και στα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα, αφετέρου. Σε μία πρώτη ανάλυση θα μπορούσε ίσως να θεωρήσει κανείς ότι μόνο τα κείμενα που αναφέρονται στα δικαιώματα της δεύτερης κατηγορίας ενδιαφέρουν το κοινωνικό δίκαιο. Αυτό όμως δεν ισχύει. Θα ήταν βέβαια πολύ εύκολο να αποδείξουμε ότιτα δικαιώματα της πρώτης κατηγορίας ενδιαφέρουν εξίσου το κοινωνικό δίκαιο, γιατί τα λεγόμενα «ατομικά και πολιτικά δικαιώματα» εμπεριέχουν εργασιακές ελευθερίες και δικαιώματα, όπως η συνδικαλιστική ελευθερία και η προστασία απέναντι στην αναγκαστική εργασία. Ωστόσο, ο κυριότερος λόγος είναι ότι το σύνολο των λοιπών ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης, της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της ελευθερίας της σκέψης και της θρησκείας, της διεξαγωγής μιας δίκαιης δίκης, έχουν παρεισφρήσει προ πολλού στο πεδίο του κοινωνικού δικαίου. Έχουν ενταχθεί, μάλιστα, σε τέτοιον βαθμό στην προβληματική αυτού του κλάδου, ώστε να δημιουργηθεί στον σύγχρονο πυρήνα του μια νέα νομική θεωρία: η θεωρία των «α ν θ ρωπ ί νων δ ι κα ιωμ ά των των ε ρ γ α ζ ο μ έ νων».

Η δ ε ύ τ ε ρ η παρατήρηση, που έχει τη μορφή διαπίστωσης, είναι η σχεδόν ολοκληρωτική συνταύτιση των ποικίλων καταλόγων θεμελιωδών δικαιωμάτων που έχουν υιοθετηθεί σε συνταγματικό, διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Στην περίπτωση της Γαλλίας, ειδικότερα, ο κατάλογος των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων που προέκυψε από τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, και ο κατάλογος των οικονομικών, κοινωνικών και μορφωτικών δικαιωμάτων που εμπεριέχεται στο προοίμιο του Συντάγματος του 1946, ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό με τους διεθνείς καταλόγους θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Τ έ λ ο ς, θα πρέπει επιπλέον να επισημανθεί ότι τόσο οι διεθνείς συμβάσεις που προστατεύουν τα δικαιώματα του ανθρώπου, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, όσο και κάθε διεθνής σύμβαση την οποία έχει επικυρώσει η Γαλλία, αποτελούν κατ’ αρχήν ουσιώδες μέρος της εσωτερικής έννομης τάξης και υπερέχουν ιεραρχικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 55 του γαλλικού Συντάγματος, έναντι των κοινών νόμων. Σε ό,τι αφορά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των γενικών αρχών αυτού του δικαίου καθώς και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι, αν και υπάρχει η τάση να του αποδίδεται ένα ιδιαίτερο κύρος, σε καμία περίπτωση δεν εξισώνεται με το συνταγματικό δίκαιο. Στην πραγματικότητα, μολονότι η εφαρμογή του δικαίου της Ε.Ε. βασίζεται, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1992 και ειδικότερα μετά την υιοθέτηση από το Συνταγματικό Συμβούλιο (Conseil Constitutionnel) της απόφασης της 19ης Νοεμβρίου 2004 (αρ. 2004-555 DC), όχι πλέον στο άρθρο 55 του γαλλικού Συντάγματος, αλλά σε μία ειδική, νέα διάταξη του τελευταίου, ήτοι στο άρθρο 88-1, η εν λόγω πηγή δεν τοποθετείται το λιγότε-ρο στην ίδια ιεραρχική θέση με τις διεθνείς συμβάσεις ή, σύμφωνα με τη συνταγματική ορολογία, με τις διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες15.

Από αυτόν τον επίσημο διαχωρισμό των πηγών σε συνταγματικές και διεθνείς προκύπτει λογικά ότι, μολονότι το σώμα των κανόνων δικαίου λίγο πολύ συμπίπτει, τα θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα και τα θεμελιώδη ευρωπαϊκά και διεθνή δικαιώματα δεν φαίνονται στον κόσμο του δικαίου ότι προορίζονται να συναντηθούν άμεσα. Εφόσον όμως και οι δύο μορφές νομικών πηγών υπερισχύουν όχι μόνον του κοινού νόμου αλλά και των κατώτερών του ιεραρχικά νομοθετικών πράξεων, δεν μπορεί να αποφευχθεί η συνάρθρωσή τους.

Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σχέση τους θα βασιστεί κυρίως στο είδος του μεταξύ τους ανταγωνισμού, και ειδικότερα στις δύο εκφάνσεις του τελευταίου: δηλαδή στον αδιάφορο ανταγωνισμό και στον ανταγωνισμό με αντιπαλότητα. Σε αυτό το πλαίσιο κινείται εξάλλου το θετικό δίκαιο και η αρχή του ανταγωνισμού (I). Εν τούτοις, η αρχή αυτή λειτουργεί αρμονικά μόνο μέσω της εφαρμογής, από τους δικαστές, των τεχνικών και των μεθόδων συμφιλίωσης που θα επιτρέψουν την άρση των αδιεξόδων στα οποία μπορεί να οδηγήσει η αυστηρή εφαρμογή των τυπικών κανόνων (II).

[…]

Pages de EErgD - AKANDJI-KOMBE

 

Droit constitutionnel, droit international et droit européen des droits de l’Homme : concurrence, confusion, complémentarité ?[1]

Par

Jean-François Akandji-Kombé, Professeur à l’École de droit de la Sorbonne, Université Paris 1 Panthéon-Sorbonne

Avec le présent sujet, on n’est certainement pas en terre inconnue[2]. En effet, les rapports entre, d’une part, le droit interne, spécialement de rang constitutionnel et, d’autre part, le droit d’origine international et européen, ne cessent d’être scrutées par la doctrine tant internationaliste qu’interniste[3]. Cela n’est d’ailleurs pas pour surprendre car le destin du droit international et du droit européen est d’être appliqué. Pour le dire autrement en empruntant les mots d’un des grands maîtres de l’école française du droit international, Paul Reuter, à propos d’une des sources du droit international, « les traités sont conclus pour être exécutés et leur exécution, surtout lorsqu’ils instituent pour des particuliers des droits et obligations, appelle leur application par les tribunaux nationaux »[4]. C’est là une vérité première qui est parfois perdue de vue dans la bataille de pouvoir (intellectuel) que se mènent les faiseurs de doctrines du droit, et dont le préalable scientifique est la constitution du droit interne et du droit international en ensembles hermétiquement fermés l’un à l’autre. La réalité juridique est toute autre. En effet, dans la configuration juridique mondiale actuelle, le droit international ou européen ne peut, pour l’essentiel, se réaliser pleinement que sur le territoire d’Etats souverains[5], dans les ordres juridiques internes ; de telle sorte que les sources qui en relèvent ont nécessairement vocation à rencontrer le droit interne, voire même à être du droit interne. Il n’en va pas autrement des instruments de protection des droits de l’homme ou des instruments du droit social.

A leur propos, et à propos de leur application il nous faut faire les trois observations liminaires suivantes.

La première est que le droit international et le droit européen, dans ses deux composantes[6], forment un réseau touffu de textes et de normes, au point qu’on a pris l’habitude de les considérer comme formant une ou des branches du droit à part entière[7]. Ce réseau reste encore singulièrement dense même si on se limite aux seuls textes qui lient la France[8] à raison de leur ratification ou de la participation de ce pays à l’Union européenne. Les principaux sont, de proche à loin, la Charte des droits fondamentaux de l’Union européenne (CDFUE), la Convention européenne des droits de l’homme (CEDH) et la Charte sociale européenne (CSE) élaborés dans le cadre du Conseil de l’Europe, le Pacte international relatif aux droits civils et politiques (PIDCP) et le Pacte international relatif aux droits économiques, sociaux et culturels (PIDESC) de l’Organisation des Nations Unies (ONU). Ces textes, auxquels on se cantonnera ici pour l’essentiel, recouvrent des droits que l’on range traditionnellement en deux catégories : les droits civils et politiques, d’une part, les droits économiques, sociaux et culturels, d’autre part. En première analyse, on pourrait être tenté de considérer que seuls les documents énonçant les droits du deuxième groupe intéressent le droit social. Mais il n’en est rien. Il serait aisé de montrer qu’il en va de même de ceux du premier groupe. La raison est que les droits dits civils et politiques comprennent en leur sein des libertés et droits du travail, tels la liberté syndicale et la protection contre le travail forcé. Mais elle est surtout que l’ensemble des autres droits civils et politiques, tels que par exemple les droits à la liberté d’expression, à la vie privée et familiale, à la liberté de pensée et de religion, à un procès juste et équitable, ont de longue date déjà pénétré le champ du droit social. Ils sont même si bien intégrés à la problématique du droit social qu’il en a résulté une doctrine qui est au cœur moderne de ce droit : celui des « droits de l’homme du salarié »[9].

Deuxième observation en forme de constat : celui de la superposition quasi-intégrale des catalogues des droits fondamentaux, le constitutionnel, d’une part, l’international et l’européen d’autre part. S’agissant de la France, c’est un fait que le catalogue fourni des droits, issus de la Déclaration des droits de l’homme et du citoyen de 1789 en ce qui concerne les droits civils et politiques, et du préambule de la Constitution de 1946 pour ce qui est des droits économiques, sociaux et culturels[10], coïncide largement[11] avec les catalogues internationaux[12].

Enfin il importe d’observer que les conventions internationales protectrices des droits de l’homme, d’où qu’elles proviennent, font en principe, comme toute autre convention une fois ratifiée, partie intégrante de l’ordre juridique interne, et que, selon les prescriptions de l’article 55 de la Constitution, elles ont une « autorité supérieure à celle des lois »[13]. Quant au droit de l’Union, principes généraux du droit et charte des droits fondamentaux de l’Union compris, il est possible de soutenir que si la tendance est à lui aménager un statut particulier, celui-ci ne le hisse guère au rang constitutionnel. En effet, si l’application du droit de l’Union a pour fondement, depuis la révision constitutionnelle de 1992 et surtout depuis la décision du Conseil constitutionnel du 19 novembre 2004 (n° 2004-555 DC)[14], non plus l’article 55 de la Constitution mais une disposition particulière et nouvelle de celle-ci, à savoir l’article 88-1, cette source n’occupe pas moins le même rang que les conventions internationales ou, selon la terminologie constitutionnelle, les accords et traités[15].

Cette dissociation formelle des sources, constitutionnelles d’un côté, internationales de l’autre, a pour conséquence logique que si les corpus sont à peu près concordants, droits fondamentaux constitutionnels et droits fondamentaux européens et internationaux ne semblent pas destinés à se rencontrer dans l’univers du droit. En tout cas pas directement. Mais les deux sortes de sources ayant autorité en même temps sur la loi et sur les actes infra-législatifs, l’impasse ne saurait être faite sur leur possible articulation.

Or, force est d’observer que le rapport entre elles s’établira avant tout sur le mode de la concurrence, dans les deux registres de celui-ci : concurrence-indifférence, concurrence-rivalité. C’est là le droit positif, et le principe (I). Reste que ce principe n’opère harmonieusement que moyennant la mise en œuvre, par les juges en particulier, de techniques et de méthodes de conciliation qui permettent de dépasser les impasses auxquelles une application rigoureuse des règles formelles pourrait conduire (II).

[…]

[1] Le présent texte est la reprise, avec quelques amendements, d’un article publié dans la revue Droit Social, dans le cadre d’un dossier consacré au Droit constitutionnel du travail (DS, n° 4, avril 2014). Nous tenons à remercier chaleureusement les Editions Dalloz, et spécialement le Directeur de la revue Droit social, le Professeur Christophe Radé, d’avoir autorisé la présente publication.

[2] A signaler tout spécialement, B. Genevois, « Protection constitutionnelle et protection internationale des droits de l’homme : concurrence ou complémentarité ? », RFDA1993, p. 849 et s. ; ainsi que R. Tinière, « Constitutionnalité et conventionnalité : Question prioritaire de constitutionnalité et droit européen des droits de l’homme, entre équivalence et complémentarité », RFDA 2012, p. 621.

[3] Dans une littérature fort dense, nous nous permettons de citer nos articles suivants, auxquels nous renvoyons le lecteur pour le développement de certains aspects de la question qui ne seront, faute d’espace, qu’effleurée ici. J.F. Akandji-Kombé, « De l’invocabilité des sources européennes et internationales du droit social devant le juge interne », Droit social, n° 11-12/2012, p. 1014 ; « Le droit social : droit national, international ou européen ? », La semaine sociale Lamy, Supplément, Les 13 paradoxes du Droit du travail, 2011-1508. Voir aussi, D. Baugard, « Le droit international et européen : prévenir les risques d’inconventionnalité », in G. Couturier et J.F. Akandji-Kombé, Compétitivilé des entreprises et sécurisation de l’emploi, le passage de l’accord à la loi, Les rencontres sociales de la Sorbonne, vol. 1, IRJS éditions, 2013, p. 27 et s. ; ainsi que S. Laulom, « L’enchevêtrement des sources internationales du droit du travail : à propos des décisions du Comité européen des droits sociaux du 23 juin 2010 », RDT 2011, p. 298.

[4] P. Reuter, Introduction au droit des traités, PUF, 3e éd., 1995, p. 18

[5] On laissera de côté ici la question de l’application de ces sources de droit dans les espaces hors souveraineté tels que la mer internationale et l’espace extra-atmosphérique.

[6] Union européenne et Conseil de l’Europe.

[7] F. Sudre, Droit européen et international des droits de l’homme, PUF, 2012 ; J.F. Renucci, Droit européen des droits de l’homme, LGDJ, 2013.

[8] Les textes envisagés ici lient aussi la Grèce.

[9] A. Carillon, Les sources européennes des droits de l’homme du salarié, Lextenso éditions, 2006 ; v. aussi P. Waquet, L. Pécaut-Rivolier et Y. Struillou, Pouvoirs de l’employeur et libertés du salarié, Ed. Liaisons sociales, coll. Droit vivant, 2014.

[10] Ces deux textes font partie du droit constitutionnel en vigueur. La doctrine constitutionnelle française a coutume de dire à leur propos qu’ils font partie du « bloc de constitutionnalité ». Le fondement de leur application est la référence qui leur est faite dans la Constitution en vigueur, celle du 4 octobre 1958 qui institue la 5e République, rédigée comme suit : « Le peuple français proclame solennellement son attachement aux Droits de l’homme et aux principes de la souveraineté nationale tels qu’ils ont été définis par la Déclaration de 1789, confirmée et complétée par le préambule de la Constitution de 1946 ». De cette formation, pourtant fort peu normative, le Conseil constitutionnel a déduit non seulement que ces textes s’intégraient à l’ordre constitutionnel positif, mais aussi que l’intégralité des droits énoncés par eux avaient valeur normative.

[11] On renvoie le lecteur à l’article précité de B. Genevois et spécialement au tableau comparatif détaillé qui y figure, et qui pourra être complété de la Charte des droits fondamentaux de l’Union européenne, analysée par le même auteur : « La convention européenne des droits de l’homme et la Charte des droits fondamentaux de l’Union européenne : concurrence ou complémentarité ? », RFDA 2010, p. 437.

[12] Cela est vrai aussi en Grèce pour peu que l’on mette en rapport la partie 2 de la Constitution, relative aux libertés publiques et aux droits sociaux, avec le corpus des droits internationalement garanti.

[13] La même solution est retenue par la Constitution hellénique qui l’étend à l’ensemble du droit international. Cf. art. 28, § 1 : « Les règles du droit international généralement reconnues, ainsi que les conventions internationales dès leur ratification par la loi et leur entrée en vigueur conformément aux dispositions de chacune d’elles, font partie intégrante du droit hellénique interne et priment toute disposition de loi contraire ». Selon la déclaration interprétative à l’article 28, ce dernier « constitue une base de la participation du Pays au processus d’intégration européenne ».

[14] Sur cette décision particulièrement importante, v. not. V. Champeil-Desplats, « Commentaire de la décision du Conseil constitutionnel n° 2004-505 DC du 19 novembre 2004 relative au Traité établissant une Constitution pour l’Europe », RTD Eur 2005, p. 557.

[15] V. notre étude précitée, Droit social, 2012-1014.

Un commentaire

  1. Bravo pour tous ces exploits mon cher aîné JFAK!
    Tu es toujours un bon modèle à suivre.

Laisser un commentaire